
" Ώρες ώρες απορώ πραγματικά με το πόσο απρόσμενη είναι η ζωή του καθενός μας." .
Τα λόγια σου ήχησαν ψιθυριστά στο κεφάλι μου και ξύπνησα ξαφνιασμένη.
Κοίταξα γύρω το σκοτεινό μου δωμάτιο.
Σε λίγο, που τα μάτια μου συνήθισαν στο λιγοστό φως που έμπαινε από τις γρύλιες, μπόρεσα να διακρίνω καλύτερα τον χώρο.
Ίδιος.
Τίποτα διαφορετικό.
Παρόλαυτα... ένιωθα ότι κάτι είχε αλλάξει.
Προχώρησα στο δωμάτιο επεξεργάζοντας κάθε σημείο του.
Κοίταξα το κομοδίνο. Πάνω είχε ένα βιβλίο. Δεν το αναγνώρισα. Ήταν οικείο αλλά ταυτόχρονα άγνωστο σ' εμένα.
Βγήκα στον διάδρομο έξω απ' το δωμάτιο.
Κοίταξα το σκοτεινό γραφείο και προχώρησα προς το σαλόνι.
Η φλόγα ενός αναμμένου κεριού πάνω στο τραπέζι τρεμόπαιζε δημιουργώντας περίεργες σκιές στους τοίχους γύρω.
Το κερί είχε δώσει στον χώρο μία γλυκιά ανακουφιστική μυρωδιά κανέλας και μήλου.
Πρόσεξα ότι ένα απαλό αεράκι προσπαθούσε διακριτικά να την σβήσει.
Αναζήτησα την πηγή του.
Η κουρτίνα ανασηκώθηκε ελεφρά αποκαλύπτωντας τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα από πίσω.
Πήγα προς τα εκεί.
Την άνοιξα λίγο παραπάνω και βγήκα στο μπαλκόνι.
Η νύχτα ήταν δροσερή. Που και που φύσαγε ένα πιο κρύο αεράκι και μ' έπιανε απροετοίμαστη καθώς ανατρίχιαζα.
Πήρες ήσυχα μία τζούρα απ' το τσιγάρο σου.
Σε κοίταξα.
Τότε ακριβώς κατάλαβα τι άλλαξε.
Με κοίταξες και χαμογέλασες.
" Δεν έχω δίκιο; Δεν είναι πολύ απρόσμενη ώρες ώρες; Δεν ξέρεις πως ν' αντιδράσεις." είπες.
Μου έπιασες απαλά το χέρι.
" Ναι... όντως δεν ξέρω." είπα σιγανά.
Χαμογέλασες.
" Δεν πειράζει. Γι' αυτό ακριβώς είναι απρόσμενη." είπες τραβώντας με στην αγκαλιά σου.
" Δεν πειράζει. Γι' αυτό ακριβώς είναι απρόσμενη." είπες τραβώντας με στην αγκαλιά σου.
Κλείστηκα εκεί.
Για όσο μπορούσα.
Θα κλειστώ.
Για όσο μπορώ.
Μέχρι να φοβηθώ πως θα με αφήσεις.









