
"Τι εννοείς δεν είσαι παιχνίδι;" της είπε με ύφος απορημένου παιδιού.
Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στο γαλάζιο της θάλασσας που έγλυφε τις άκρες των δαχτύλων της.
"Πώς κατέληξα εδώ πέρα...;" σκέφτηκε, χωρίς όμως να το εκφράσει.
"Το ξέρω πως από εδώ ξεκίνησα. Αλλά τώρα που κατέληξα και πάλι εδώ όλα είναι διαφορετικά. Η θάλασσα δεν έχει το ίδιο χρώμα. Η άμμος είναι τραχιά και βρώμικη. Ο ήλιος με καίει και τα δέντρα είναι τελείως γυμνά χωρίς να προσφέρουν το καταφύγιο που προσέφεραν πριν. Ούτε εκείνοι είναι εδώ. Κανένας τους."
Ήταν μόνη της. Μ' εκείνον να την κοιτάει ακόμα με το απορημένο βλέμμα του.
Γύρισε και τον κοίταξε. Δεν απάντησε.
Γιατί είναι οι άνθρωποι...; Άφησε για μερικά δευτερόλεπτα την φράση αυτή να πλανηθεί στο μυαλό της.
Μετά γύρισε ξανά την ματιά της στο τοπίο. Κοίταξε τα βράχια και προσπάθησε να δεί πέρα από την θάλασσα αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν λες και ομίχλη είχε κατακαθήσει στην επιφάνειά της και την εμπόδιζε να δεί τι ερχόταν. Τα βράχια φαίνονταν απόκρημνα με κοφτερές γωνίες, φαγωμένα από την αλμύρα και τον χρόνο. Ανατρίχιασε όταν σκέφτηκε ότι περπατούσε πάνω τους κάποτε. Σαν να είχαν περάσει χρόνια. Το τοπίο ήταν σχεδόν αγνώριστο.
Εκτός από μερικές μικρές ανεπαίσθητες πινελιές που την βεβαίωναν πως ήταν το ίδιο.
Η κόκκινη βάρκα. Ήταν ακόμα εκεί. Μόνο που δεν υπήρχε κανένα δροσερό αεράκι να την λικνίσει. Και τα απομεινάρια μίας νυχτερινής φωτιάς κάποιας παρέας, ήταν κι αυτά εκεί.
Κι εκείνος.
"Οι άνθρωποι..." ξεκίνησε εκείνη να λέει.
Τον ξανακοίταξε. Το βλέμμα του ήταν ήρεμο. Χωρίς έγνοιες. Μπορούσες να το πείς σχεδόν απόκοσμα ξέγνοιαστο.
"Γιατί να μην είναι και το δικό μου έτσι...; Γιατί σκέφτομαι...; Τι σκέφτομαι...;" απόρησε σιωπηλά.
Ένιωσε μόνη. Δεν ήξερε τι να πεί. Όντως παίζεις; Αυτό πρέπει να κάνεις; Γιατί δεν το κάνει κι εκείνη;
Απελπίστηκε στην ιδέα αυτή. Ότι μπορεί εκείνος να είχε δίκιο. Ήθελε να φωνάξει. Να του εξηγήσει ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα.
Αλλά δεν ήξερε τι να πεί. Γιατί να φωνάξει.
Κι αν εκείνος είχε δίκιο;
Κι αν όντως έτσι είναι;
Κι αν... οι σκέψεις της σταμάτησαν.
Με την άκρη του ματιού της έπιασε μία ανεπαίσθητη κίνηση. Γύρισε απότομα προς το μέρος της θάλασσας.
Στην αρχή δεν μπόρεσε να προσδιορίσει πού ακριβώς είχε αντιληφθεί την κίνηση αυτή μέχρι που το ξαναείδε.
Ένα ελαφρό αεράκι κούνησε την κόκκινη βάρκα που ήταν αγκυροβολημένη λίγο πιο δίπλα της.
Το κούνημά της, τάραξε τα ήρεμα νερά και έστειλε ελαφρά κυμματάκια μέχρι τα πόδια της.
Σταμάτησε. Κοίταζε την βάρκα με ελπίδα. Με μία απίστευτη προσμονή. Αγωνιούσε τόσο που ένιωθε πως η καρδιά της ήταν έτοιμη να πεταχτεί έξω από το στήθος της.
Και μετά το ξανάκανε.
Μετά από μία στιγμή, που της φάνηκε ατελείωτη, η βάρκα ξαναλικνίστηκε με ένα απαλό αεράκι που, αυτή τη φορά, κατάφερε να φτάσει και μέχρι το πρόσωπό της και να το ανακουφίσει από τις καυτές ακτίνες του ήλιου.
Και τότε δάκρυσε. Μετά από τόσο καιρό.
Σηκώθηκε πάνω, γύρισε και τον κοίταξε.
"Οι άνθρωποι..." συνέχισε "φεύγουν. Πάντα θα φεύγουν."
Βημάτισε γρήγορα προς την βάρκα και μπήκε μέσα.
Δεν ήξερε που να πάει. Αλλά ήξερε πως έφευγε.
Κι ένιωσε τόσο μα τόσο ανακουφισμένη. Και κουρασμένη.
Έριξε μία τελευταία ματιά στην στεριά, που ήταν πλέον άδεια, και ξάπλωσε στον πάτο της βάρκας.
Το δροσερό αεράκι την συνόδευε σιγοτραγουδώντας στο αφτί της.
Έκλεισε τα μάτια της.
Θα μάθαινε πλέον όταν τ' άνοιγε τι της είχε τραγουδήσει.