Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2009

δεδομένα...;


" Ώρες ώρες απορώ πραγματικά με το πόσο απρόσμενη είναι η ζωή του καθενός μας." .
Τα λόγια σου ήχησαν ψιθυριστά στο κεφάλι μου και ξύπνησα ξαφνιασμένη.
Κοίταξα γύρω το σκοτεινό μου δωμάτιο.
Σε λίγο, που τα μάτια μου συνήθισαν στο λιγοστό φως που έμπαινε από τις γρύλιες, μπόρεσα να διακρίνω καλύτερα τον χώρο.
Ίδιος.
Τίποτα διαφορετικό.
Παρόλαυτα... ένιωθα ότι κάτι είχε αλλάξει.
Προχώρησα στο δωμάτιο επεξεργάζοντας κάθε σημείο του.
Κοίταξα το κομοδίνο. Πάνω είχε ένα βιβλίο. Δεν το αναγνώρισα. Ήταν οικείο αλλά ταυτόχρονα άγνωστο σ' εμένα.
Βγήκα στον διάδρομο έξω απ' το δωμάτιο.
Κοίταξα το σκοτεινό γραφείο και προχώρησα προς το σαλόνι.
Η φλόγα ενός αναμμένου κεριού πάνω στο τραπέζι τρεμόπαιζε δημιουργώντας περίεργες σκιές στους τοίχους γύρω.
Το κερί είχε δώσει στον χώρο μία γλυκιά ανακουφιστική μυρωδιά κανέλας και μήλου.
Πρόσεξα ότι ένα απαλό αεράκι προσπαθούσε διακριτικά να την σβήσει.
Αναζήτησα την πηγή του.
Η κουρτίνα ανασηκώθηκε ελεφρά αποκαλύπτωντας τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα από πίσω.
Πήγα προς τα εκεί.
Την άνοιξα λίγο παραπάνω και βγήκα στο μπαλκόνι.
Η νύχτα ήταν δροσερή. Που και που φύσαγε ένα πιο κρύο αεράκι και μ' έπιανε απροετοίμαστη καθώς ανατρίχιαζα.

Πήρες ήσυχα μία τζούρα απ' το τσιγάρο σου.
Σε κοίταξα.
Τότε ακριβώς κατάλαβα τι άλλαξε.
Με κοίταξες και χαμογέλασες.
" Δεν έχω δίκιο; Δεν είναι πολύ απρόσμενη ώρες ώρες; Δεν ξέρεις πως ν' αντιδράσεις." είπες.
Μου έπιασες απαλά το χέρι.
" Ναι... όντως δεν ξέρω." είπα σιγανά.
Χαμογέλασες.
" Δεν πειράζει. Γι' αυτό ακριβώς είναι απρόσμενη." είπες τραβώντας με στην αγκαλιά σου.
Κλείστηκα εκεί.
Για όσο μπορούσα.
Θα κλειστώ.
Για όσο μπορώ.
Μέχρι να φοβηθώ πως θα με αφήσεις.

Τετάρτη, 09 Σεπτεμβρίου 2009

μου το είπες οτι θα'ρχόταν...


Ένιωθα τόσο κουρασμένη.

Με δυσκολία άνοιξα σιγά σιγά τα μάτια μου και άφησα το φως του πρωινού ήλιου να με τυφλώσει.

Έβλεπα θολά και έκανα αρκετή ώρα να εστιάσω στις γαλάζιες κουρτίνες της μπαλκονόπορτας που κινούνταν ελαφρά από ένα ζεστό καλοκαιρινό αεράκι.

"Καλοκαίρι;" σκέφτηκα.

Τα μάτια μου άρχισαν να συνέρχονται και γύρισα το βλέμμα μου στον υπόλοιπο χώρο.

Ήταν ένα γαλάζιο υπνοδωμάτιο. Και οι τέσσερις τοίχοι ήταν γαλάζιοι.

Στον τοίχο απέναντί μου ήταν ζωγραφισμένος πάνω δεξιά ένας ήλιος και δύο γλάροι. Στο ταβάνι υπήρχε ένα στρογγυλό, άσπρο φωτιστικό από το οποίο κρέμονταν σχοινάκια με κοχύλια και αστερίες που λικνίζονταν κι αυτά στο απαλό αεράκι που έμπαινε που και που. Υπήρχε ένα μπλε κομοδίνο, μ'ενα πράσινο φωτιστικό πάνω του, ακριβώς δίπλα στο κρεβάτι.

Ανασηκώθηκα.

Κατέβασα τα πόδια μου απ' το κρεβάτι και ακούμπησαν το ζεστό ξύλινο πάτωμα. Σηκώθηκα αργά και πήγα προς το παράθυρο. Μία απαλή μυρωδιά από γαζία ξάφνιασε τη μύτη μου. Κοντοστάθηκα έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά αναπνοή.

Έκανα στην άκρη την γαλάζια κουρτίνα και βγήκα έξω.

Ο ήλιος ήταν ψηλά και το ευγενικό άγγιγμα του στα γυμνά μου χέρια, λαιμό και πρόσωπο ήταν παρήγορα γλυκό.

"Καλοκαίρι...;" αναρωτήθηκα ξανά.

Τα μάτια μου στράφηκαν στον ορίζοντα.

Ένα γαλάζιο απέραντο λιβάδι απλωνόταν μπροστά μου.

Η μυρωδιά της θάλασσας και της γαζίας μ'εκανε να νιώσω ανυπόμονη για κάποιο λόγο που δεν ήξερα.

Ύστερα κοίταξα κάτω.

Μία αυλή κάλυπτε τον μεγάλο χώρο από κάτω.

Ένα άσπρο πεζούλι την οριοθετούσε και ύστερα από αυτό έβλεπες απόκρυμνα βράχια μέχρι το σημείο όπου άρχιζε η θάλασσα.

Μία μεγάλη αυλή, με τρείς λεμονιές, γαζίες, γεράνια, χρυσάνθεμα, γιασεμιά, ιβίσκους και ντροπαλά νυχτολούλουδα που δεν είχαν ανοίξει ακόμα, απλωνόταν στα πόδια μου.

Και τότε σε είδα να κάθεσαι στην άκρη του πεζουλιού, να κοιτάς την θάλασσα κρατώντας αυτή τη κρύα σπιτική λεμονάδα που τόσο μ' αρέσει.

Κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα, που συνέδεε το μπαλκόνι με τον κήπο, αποφέυγοντας όσο μπορούσα τα κλαδιά της μίας λεμονιάς που είχε ακουμπήσει νωχελικά η μισή στη σκάλα του σπιτιού.

Ήρθα και κάθησα δίπλα σου.

Με κοίταξες και χαμογέλασες.

"Στο' πα ότι θα' ρθει φέτος το καλοκαίρι." μου είπες, ξεμπλέκοντας ένα άνθος λεμονιάς από τα μαλλιά μου.

Έσκυψες και με φίλησες απαλά.

Μία αλμυρή γεύση έμεινε στα χείλια μου.

"Ναι... καλοκαίρι..." σιγοψιθύρισα πίνοντας μία γουλιά από την λεμονάδα σου.

Και καθήσαμε εκεί μέχρι που κρύφτηκε ο ήλιος. Και την θέση του πήρε μία μεγάλη πανσέληνος. Καθήσαμε εκεί μέχρι να ανοίξουν τα νυχτολούλουδα. Μέχρι να σβήσουν όλα τα φώτα.

Και μου είπες θα έρθει ξανά. Κι αυτή τη φορά το πίστεψα.

Σάββατο, 04 Ιουλίου 2009

όσα δεν είπες...


"Λες να βρέξει απόψε;" με ρώτησες απαλά.
Ήξερες πως δεν θα απαντούσα.
Την σιωπή μου σκέπασε μία μακρινή βροντή.
"Μάλλον..." είπες περισσότερο ζωηρά απ' όσο θα' πρεπε.
"Θέλεις καφέ;" ρώτησες ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα.
Σήκωσα το βλέμμα μου αργά προς το μέρος σου.
Εσύ απαλά γύρισες το κεφάλι σου προς το παράθυρο αποφεύγοντας περίτεχνα τη ματιά μου.
Κοίταξα πάλι κάτω.
"Δεν πειράζει. Ούτε κι εγώ θέλω." είπες με τα μάτια καρφωμένα έξω.
Δεν περίμενες να σου πω κάτι. Ήξερες πως ό,τι είχα να πω το είπα. Ήξερες πως είχα μιλήσει αρκετά. Ήξερες πως περίμενα από εσένα να μιλήσεις. Σε κοίταξα.
Σηκώθηκες ήρεμα και πήρες τα καρέλια σου από το τραπέζι. Ξανακάθησες απαλά στη καρέκλα και έβγαλες τον αναπτήρα σου από τη τσέπη του τζιν σου.
Έβαλες ένα τσιγάρο στα χείλη σου και το άναψες.
Ύστερα άφησες τον καπνό να γλυστρίσει αργά μέσα από το στόμα σου.
Ο ήλιος είχε δύσει εδώ και ώρα και το λιγοστό φως της λάμπας του δρόμου έξω που έμπαινε, σε έκανε να μοιάζεις σχεδόν άϋλος.
Νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή θα χανόσουν.
Με τρομοκράτησε αυτή η σκέψη χωρίς να είμαι σίγουρη το γιατί.
Προσπάθησα να διώξω αυτό το συναίσθημα και να πείσω τον εαυτό μου να σταματήσει να σε κοιτάει.
Κι εκείνη τη στιγμή σήκωσες τα μάτια σου πάνω μου.
Με κοίταξες.
Χωρίς να με αποφύγεις.
Χωρίς να σε αποφύγω.
Και ένιωσα σίγουρη. Για μια στιγμή.
Ένιωσα σίγουρη.
Άνοιξες ελαφρά το στόμα σου.
Φάνηκε σαν να ήθελες να πείς κάτι αλλά για κάποιο λόγο μετάνιωσες αμέσως.
Πήρες μία ρουφηξιά και φύσηξες το καπνό.
Ξαφνικά φαινόσουν σκεφτικός. Κουρασμένος.
Ήθελα να σου μιλήσω.
Να σε αγκαλιάσω.
Αλλά ήξερα, όπως κι εσύ, πως αυτό δεν μπορούσα να το κάνω.
Έσβησες το τσιγάρο σου.
Στιγμιαία κοίταξες κάτω και μετά έστρεψες τα μάτια σου σ' εμένα.
"Ξέρεις." μου είπες.
Σε κοίταξα.
Εσύ κοίταξες πάλι έξω από το παράθυρο.
Οι πρώτες στάλες της βροχής που άρχιζε έπεφταν στο περβάζι του παραθύρου γεμίζοντας αμυδρά τη σιωπή μας.
Έκλεισα τα μάτια μου για λίγο και τις άκουσα.
Σιγά σιγά ο ήχος γινόταν πιο δυνατός και πιο πολύπλοκος.
Παρόλαυτα, μπορούσα να ξεχωρίσω τον ήχο κάθε σταγόνας.
Όσο σύνθετο κι αν ήταν, κάθε σταγόνα ήταν μοναδική.
Δεν ταυτιζόταν με τις υπόλοιπες.
Και τότε άνοιξα απότομα τα μάτια μου.
Με κοίταζες.
"Όχι. Δεν ξέρω." σου είπα απαλά με την ελπίδα πως δεν θα καταλάβαινες τον απογοητευμένο τόνο της φωνής μου.
Σηκώθηκα αργά.
Συνέχισες να με κοιτάζεις. Παρακολουθούσες σιωπηλά την κάθε μου κίνηση.
Ήρθα δίπλα σου και έσκυψα πλάι στο πρόσωπό σου.
"Δεν ξέρω αν θέλω να μάθω." σου ψιθύρισα.
Έπιασες απαλά το χέρι μου και με κοίταξες.
Απέφυγα να σε κοιτάξω.
Σηκώθηκα όρθια.
Άνοιξα τη πόρτα και βγήκα έξω.
Στη βροχή.
Ένιωσα ευγνωμοσύνη.
Είναι όμορφη η βροχή...
Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι κλαίς.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

το άρωμα της ζωής σου...


«Ήσυχη μέρα…» σκέφτηκε καθώς έπινε τον αχνιστό καφέ της στο περβάζι του παραθύρου της.
Κάθε μέρα αφού ξυπνούσε έφτιαχνε μία χορταστική κούπα γαλλικό καφέ με την αγαπημένη της μυρωδιά φουντούκι και χάζευε από το παράθυρό της τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν στο δρόμο από κάτω της.
Μετά ετοιμαζόταν, έπαιρνε το ποδήλατό της και ξεκινούσε για την καθημερινή της περιπέτεια. Νέοι πάκοι κάθε μέρα στο γραφείο της με επιστολές και γράμματα από ανθρώπους που γκρίνιαζαν, φώναζαν και υπερηφανεύονταν για τη ζωή τους. Και εκείνη απαντούσε σε έναν ένα με προσοχή γιατί αυτό θέλανε να κάνει.
Σήμερα, όπως και κάθε άλλη μέρα, καθόταν σκεπτική στο παράθυρό της.
Άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε κάτω.
Δεν έβλεπε κανέναν.
«Μπα…; Τους πλάκωσε όλους το πάπλωμα σήμερα…» σκέφτηκε και χαμογέλασε αχνά μονάχη της.
Το βλέμμα της γύρισε στο σαλόνι της.
Κοίταξε το ρολόι της.
«Χμμμ… ακόμα 6.30 είναι;» σκέφτηκε απορημένη και ξανακοίταξε από το παράθυρό της.
Ψυχή.
Κοίταζε επίμονα τον δρόμο ψάχνοντας για ένα σημάδι ζωής αλλά τίποτα.
«Τι στο….;» σκέφτηκε αλλά η σκέψη της σταμάτησε απότομα.
Στο βάθος του δρόμου διέκρινε μία σκούρα φιγούρα.
Το λιγοστό φως του ήλιου έκανε τη σκιά της φιγούρας να επιμηκύνεται μέχρι τα μπροστινά σκαλοπάτια του απέναντι φούρνου.
Περπατούσε κατά μήκος της πλατειούλας που έβλεπε καθημερινά από το παράθυρό της τον άστεγο γέρο που τάιζε τα πουλιά.
Τη παρατηρούσε επίμονα μέχρι που η σκιά πήρε μορφή και χαρακτηριστικά.
Με ένα στιγμιαίο επιφώνημα άφησε το καφέ να της πέσει απ’ το χέρι.
Η φιγούρα κρατούσε ένα άσπρο μικρό λουλούδι και ένα βαζάκι από την αγαπημένη της σοκολάτα.
Άνοιξε τη πόρτα της και άρχισε να τρέχει.
Με κλάματα έπεσε στην αγκαλιά της σκιάς.
Τώρα πια ήξερε ότι δεν θα χρειαζόταν να ξαναξυπνήσει τόσο νωρίς, ούτε να ξαναπαρακολουθήσει τους ανθρώπους και τις ζωές τους, ούτε να ξαναπάει στη δουλειά της.
Τώρα πια είχε το λουλούδι σ’ ένα ποτηράκι με νερό, που γέμιζε συνήθως τις κρύες νύχτες με λικέρ πικραμύγδαλο.
Τώρα πια κάθε μέρα άνοιγε το ντουλάπι της και έπαιρνε μια μεγάλη κουταλιά από τη σοκολάτα της.
Τώρα πια πήγαινε και καθόταν μαζί του στο περβάζι με δύο κούπες από τον αγαπημένο τους καφέ και γελάγανε με τη ζωή που ζούσαν αυτοί και οι άλλοι.

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

το τραγούδι του χρόνου


Μία γκρίζα τούφα από τα μαλλιά της έπεσε στο πρόσωπό της.

Γύρισε και τον κοίταξε φοβούμενη μήπως την είδε που παραπάτησε.

Εκείνος γύρισε γρήγορα το κεφάλι του από την άλλη μεριά για να μην καταλάβει ότι την είδε.

Εκείνη του έπιασε το χέρι και εκείνος της το έσφιξε.

Προχώρησαν και κάθισαν στο ίδιο παγκάκι όπου είχαν κάτσει πριν 42 χρόνια στη παραλία.

Στο ίδιο παγκάκι όπου είχαν χαράξει το ίχνος τους πριν 42 χρόνια.

Στο ίδιο παγκάκι που τους ενώνει και πάλι δίχως να παραπονιέται για τα τόσα χρόνια απουσίας και για την αγάπη που εκείνοι κάνανε συνήθεια.

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

το ταξίδι των χρυσάνθεμων...



Έπεσα….
Και συνέχισα να πέφτω για πολλή ώρα…
Και όταν τελικά άνοιξα τα μάτια μου δεν υπήρχε τίποτα.
Και εσύ είχες χαθεί.
Κα είχε μείνει στα μάτια μου μονάχα μια μόνιμη λάμψη.
Όπως αυτή του φλας φωτογραφιών που είναι πια ξεχασμένες στο συρτάρι κάποιου κομοδίνου.
Και εκεί που ξέρεις ότι ήρθε η ώρα να σταματήσεις εκεί συνεχίζεις.

Και όταν πια είδα φως δεν μου είχε απομείνει τίποτα.
Ούτε ρούχα, ούτε φωνή ούτε εσύ.
Το φως αχνό και ζεστό πρόβαλλε από τη χαραμάδα μιας πόρτας.
Την έσπρωξα απαλά.
Ίσα που ακούστηκε το τρίξιμο των πολυκαιρισμένων μεντεσέδων της.
Είδα ένα τραπέζι.
Στρωμένο με έξι σερβίτσια.
Στη μέση είχε ένα μικρό βάζο με χρυσάνθεμα.
Ήταν έτοιμο.
Θαρρούσες πως από στιγμή σε στιγμή θα έμπαινε στο δωμάτιο μία μεγάλη οικογένεια να κάτσει και να φάει με κουβέντες και γέλια.
Αλλά κανείς δε μπήκε.
Ακούμπησα απαλά με την άκρη των δαχτύλων μου το πιάτο με τα γαλάζια ζωγραφιστά λουλούδια μπροστά μου όπως χαϊδεύεις τα μαλλιά εκείνου που έχεις στην αγκαλιά σου στο ταξίδι ενός γυρισμού .
Κάπου το είχα ξαναδεί.
Ήταν έντονα οικείο.

Το βλέμμα μου πλανήθηκε στο δωμάτιο για να σταματήσει τελικά σε μία πόρτα που είχα στα αριστερά μου.
Την άνοιξα και βρέθηκα σε ένα ολόφωτο από το φως του ήλιου καθιστικό.
Οι καφέ βελούδινες πολυθρόνες έστεκαν αγέρωχες γύρω από ένα μικρό μαρμάρινο τραπεζάκι.
Πλησίασα προς το μέρος του.
Πάνω είχε ένα βάζο με χρυσάνθεμα και μία κούπα αχνιστό καφέ.
Η μυρωδιά του διαχέοταν σ’ όλο το δωμάτιο.
Πήρα μία βαθιά εισπνοή.
Όπως εισπνέεις αργά την κολόνια από ένα ξεχασμένο στο συρτάρι πουκάμισο.
Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι στ’ αυτιά μου έφτανε ένας αχνός επαναλαμβανόμενος ήχος.
Δεν μπορούσα να προσδιορίσω με τι έμοιαζε.
Γύρισα τη ματιά μου προς το μέρος όπου ερχόταν.
Μία πράσινη ξύλινη πόρτα ξεφλουδισμένη από το πέρασμα του χρόνου.
Από την άλλη μεριά ακουγόταν ο ήχος που άκουγα νωρίτερα μόνο που αυτή τη φορά άκουγα και κάτι άλλο από πίσω.
Μια γλυκιά μουσική μου χάιδευε τα αυτιά.
Όπως η φωνή του όταν σου λέει πως μπορεί να σου κατεβάσει το αστέρι που χαζεύεις κάθε νύχτα στον ουρανό.
Ακούμπησα χωρίς δισταγμό το πόμολο της πράσινης πόρτας και την άνοιξα.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα που τα μάτια μου τελικά συνήθισαν στο έντονο φως του ήλιου είδα πως στεκόμουν στο πλακόστρωτο δρομάκι μίας ανθισμένης από χρυσάνθεμα αυλής.
Στ’ αριστερά μου είδα ένα παλιό πικ-απ να παίζει τη μελωδία που άκουγα και πριν.
Προχώρησα στο δρομάκι καθώς ο ήχος επαναλαμβανόταν από κάπου στο βάθος.
Έστριψα πίσω από μία λεμονιά και είδα στο βάθος του κήπου μία σκυφτή φιγούρα πάνω από ένα χρυσάνθεμο.
Το κλαδευτήρι σου έκανε ένα απαλό επαναλαμβανόμενο ήχο που ταίριαζε με τη μουσική που ακουγόταν .
Πλησίασα περισσότερο.
Σταμάτησες και γύρισες προς το μέρος μου.
«Σου έχω κόψει χρυσάνθεμα να βάλεις στα μαλλιά σου.» μου είπες.
Σηκώθηκες και με έσφιξες στα χέρια σου.
Μόλις τα χείλη σου συνάντησαν τα δικά μου μια γλυκιά γεύση απλώθηκε στο στόμα μου.
Έμπλεξες ένα χρυσάνθεμο στα μαλλιά μου και έφερες αργά το δάχτυλό σου στα χείλη μου.
«Αν κάνεις ησυχία μπορείς ν’ ακούσεις τα χρυσάνθεμα που σιγοτραγουδάνε.» είπες και μου έπιασες το χέρι μεταδίδοντάς μου τη ζεστασιά του.
«Το ταξίδι σου αρχίζει τώρα…» μου σιγοψιθύρισες στο αυτί.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

η σιωπή που όλοι ξέρουμε


ξέρω...
...πως είναι να κρατάς ένα κερί και να φοβάσαι ότι άνα πάσα στιγμή θα ανοίξει το
παράθυρο και θα στο σβήσει.
...πως είναι να κοιτάς ένα λουλούδι και να ζηλέυεις τις δροσοσταλίδες που χορεύουν στα πέταλά του.
...πως είναι να προσπαθείς να διαβάσεις το ποίημά σου στο σκοτάδι.
...πως είναι να στέκεσαι στη πόρτα και να σκέφτεσαι τι θα γίνει εάν βγείς έξω.
...πως είναι να ακουμπάς το κεφάλι σου πάνω στον ώμο κάποιου που αγαπάς και να κλαίς μετά από καιρό.


ξέρω...
...πως είναι να κοιτούν αλλού όταν ανοίγεις τα μάτια.
...πως είναι να κοιτάς στο καθρέφτη και να μην ξέρεις τι να του πείς.
...πως είναι να κάθεσαι μέχρι το πρωί στο παραθύρο και να ακούς τον άνεμο που ψιθυρίζει το άρωμά του.
...πως είναι να ψάχνεις απεγνωσμένα το δρομάκι κοντά στο αδιέξοδο που βρίσκεσαι.
...πως είναι να πείθεις τον εαυτό σου ότι οι άλλοι είναι τρελοί και όχι εσύ.

ξέρω...
...πως είναι να φοράς ένα πουλόβερ επειδή ακόμα μυρίζει ένα άρωμα από το παρελθόν.
...πως είναι να περιμένεις από τους άλλους να δούν τα χρώματα που βλέπεις ενώ επιμένουν να βλέπουν μάυρο.
...πως είναι να περπατάς για να πας εκεί που πρέπει και στο δρόμο ν' ανακαλύπτεις αυτό που θέλεις.
...πως είναι να γίνεται η απουσία του δική σου παρουσία.
...πως είναι να στέκεσαι και να κοιτάς αυτόν που έκανες να κλαίει και να κλείνεις τα μάτια.

ξέρω...
...πως είναι να θέλεις να πείς την αλήθεια και να σου ζητάνε το ψέμα.
...πως είναι να επιμένεις να προσπαθείς αυτό που σου επιβάλλουν.
...πως είναι να αφήνεις το χέρι σου στο χέρι που σου έδωσε κάποιος για να σε σηκώσει.
...πως είναι να νομίζουν ότι είσαι κάποιος που δεν είσαι.
...πως είναι να παίρνεις μία βαθιά αναπνοή και να χτυπάς μία πόρτα που ξέρεις πως δεν θα ανοίξει.

...τι ξέρεις...;

Πέμπτη, 07 Φεβρουαρίου 2008

χρώμα ζωής


θυμάμαι ένα απόγευμα.

που καθόμουν στο παγκάκι απέναντι από ένα συντριβάνι σε μία πλατεία.

ήρθες και κάθησες δίπλα μου.

"μην ακούς τι λένε οι άλλοι.ν 'ακούς μόνο εσένα και τα πουλιά.μονό εσύ και αυτά ξέρετε" είπες.

σε κοίταξα.

μου χαμογέλασες.

"δεν ξέρω..." σου είπα.

"ούτε κι εγώ. δεν πειράζει." απάντησες χαμογελαστός.

κοίταξα κάτω.

"δεν είναι εκέι." είπες "αυτό που ψάχνεις. δεν είναι εκεί"

"αυτό που ψάχνω..." επανέλαβα μηχανικά

"ούτε κι αυτό το ξέρω."

"το ξέρεις..." είπες χαμογελώντας πάντα.

"πώς ξέρεις εσύ τι θέλω;" σε ρώτησα.

"ξέρω ότι δεν χαμογελάς" μου είπες.

"δεν το χρειάζομαι" σου απάντησα.

"το χρειάζομαι όμως εγώ." είπες και χωρίς να σε κοιτάξω κατάλαβα ότι και πάλι χαμογελόυσες.

έστρεψα το βλέμμα μου στον ουρανό.

ένα μοναδικό σύννεφο ταξίδευε νωχελικά στο γαλάζιο του.

"περίεργο σχήμα..." σκέφτηκα.

"εμένα μου θυμίζει σπουργίτι" σ' άκουσα να λες.

γύρισα και είδα ότι κοιτούσες και εσύ το σύννεφο.

"εσένα;" με ρώτησες.

"δεν ξέρω" είπα.

η ματιά μου γύρισε προς το συντριβάνι.

άρχισα να περιεργάζομαι τις ρυπές του νερού που ξεπετάγονταν σαν χέρια που προσπαθούσαν να φτάσουν τον ουρανό.

"κοίτα...." μου είπες.

γύρισα και κοίταξα προς τη μεριά που μου έδειχνε το χέρι σου.

μία πολυκατοικία ορθωνόταν απέναντι.

γκρι και ψηλή σαν όλες τις άλλες.

ένας μεγάλος γκρι τοίχος υψωνόταν στα πλάγια.

τα παράθυρα ήταν γκρι.

τα μπαλκόνια ήταν γκρι.

ακόμα και τα ρούχα που είχαν απλωθεί έξω ήταν γκρι.

"τι βλέπεις;" με ρώτησες.

γύρισα και σε κοίταξα.

"γκρι..." σου απάντησα.

μου χαμογέλασες και έπιασες το χέρι μου.

"κοίτα ξανά..." είπες.

ξαναγύρισα τη ματιά μου προς την γκρι πολυκατοικία.

όλα ίδια.

γκρι...

όμως...το μάτι μου έπεσε σε κάτι που δεν είχα εντοπίσει πριν.

στο πλαινό τοίχο έβλεπα κάτι.

προσπάθησα να εστιάσω το βλέμμα μου σ'εκείνο το σημείο.

εβλεπα μία κόκκινη κηλίδα χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω ακόμα τι ήταν αυτό που κοιτούσα.

και τότε το κατάλαβα.

ένα λουλούδι...

ένα κόκκινο λουλούδι άνθιζε πάνω στον γκρίζο τοίχο της πολυκατοικίας.

γύρισα και σε κοίταξα.

"λουλούδι..." σου είπα.

με κοίταξες.

δεν είχα προσέξει μέχρι τώρα το χρώμα των ματιών σου.

ούτε πόσο όμορφο ήταν το χαμόγελό σου.

ούτε πόσο ζεστό ήταν το χέρι σου.

ούτε πόσο έμοιαζε το σύννεφο με σπουργίτι.

σε κοίταξα και σου χαμογέλασα.

και χαμογέλασες κι εσύ.

"βρήκες αυτό που έψαχνες." μου είπες

"κι εγώ βρήκα αυτό που νόμιζα οτι δεν θα έβρισκα ποτέ."

κοίταξα ξανά το λουλούδι.

"ξέρεις..."μου είπες μόλις έστρεψα ξανά τη ματιά μου σ'εσένα.

"ξέρεις να βλέπεις το χρώμα εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο μαύρο."

σηκώθηκες από το παγκάκι.

μου χαμογέλασες άλλη μία φορά.

γύρισες τη πλάτη και άρχισες να περπατάς.

εγώ συνέχισα να χαμογελάω ακολουθώντας σε με το βλέμμα μου μεχρί τη γωνία όπου έστριψες.

συνέχισα να χαμογελάω όταν γύρισα στη γκρίζα μου πολυκατοικία.

συνέχισα να χαμογελάω όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι μου.

και συνεχίζω να χαμογελάω.

γιατί ξέρω πως θα είσαι εδώ να μου δείχνεις το χρώμα στο γκρίζο γύρω μας.

το ξέρω.

μου το είπε το σπουργίτι που άκουσε τη συζήτησή μας από τη πορτοκαλία πίσω μας.

Τετάρτη, 02 Ιανουαρίου 2008

μια μικρή ιστορία συμπτωματικού ρεαλισμού...


Στεκόμουν στην εσοχή του τηλεφωνικού θαλάμου προστατέυοντας όσο μπορώ τον εαυτό μου από το ψυχρό αέρα.

Προσπαθώντας να σταθεροποιήσω τα χέρια μου πήρα μια βαθιά ανάσα και συνειδητοποίησα ότι το τσιγάρο στο χέρι μου ήταν εδώ και ώρα σβηστό.
Το πέταξα κάτω και κούμπωσα τη καπαρντίνα.

Φόρεσα το ένα γάντι και έψαχνα με αργές κινήσεις στη τσάντα μου το άλλο όταν το τηλέφωνο του θαλάμου άρχισε να χτυπάει.

Το κοίταξα. Είχε κολλημένο πάνω του ένα ασπρόμαυρο αυτοκόλλητο που με προειδοποιούσε για "τις επερχόμενες μέρες κρίσης".

"Εσένα περίμενα..." σκέφτηκα.

Το τηλέφωνο συνέχιζε να χτυπάει.

"Δεν θα το σηκώσεις;" ,άκουσα μια φωνή πίσω μου.

Γύρισα και έιδα έναν γέρο με ένα κόκκινο καπέλο και τη λατέρνα του.

"Για 'σένα θα'ναι..." μου είπε και συνέχισε να προχωράει.

Το τηλέφωνο συνέχιζε να χτυπάει επίμονα.

Με μία βιαστική κίνηση σηκώνω το ακουστικό.

"Μπιιιιιίπ!"

"Αυτή τη στιγμή απουσιάζουμε." έιπε νωχελικά μία γυναίκα.
" Παρακαλούμε αφήστε το μήνυμά σας μετά τον χαρακτηριστικό ήχο."

"Μπιιιιιίπ!"

Κοντοστάθηκα για λίγα δευτερόλεπτα...

"Τι εννοείς κρίση;" είπα σιγά.

"Θα φύγεις κι εσύ;"

Σιωπή...

"Κι αν έρθεις μετά πώς θα το καταλάβω;" ξαναείπα ακόμα πιο σιγά.
Κοίταξα το τηλέφωνο και ξαναδιάβασα για χιλιοστή φορά τη τραγική λεζάντα του αυτοκόλλητου.

"ΠΡΟΣΟΧΗ!ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΤΕΙΤΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΣ ΜΕΡΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ!"

Έβγαλα το ακουστικό από το αυτί μου έτοιμη να το τοποθετήσω στη θέση του.

Εκείνη τη στιγμη το ακουσα.

Κάτι σα θρόισμα από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου.

Ξαναέβαλα γρήγορα το ακουστικό στο αυτί μου.

"Ναι;" είπα.

Άκουσα παράσιτα και ομιλίες από την άλλη πλευρά.

"Εσύ είσαι;" ρώτησα παρόλο που ήξερα.

"Πώς το ήξερες...;" άρχισα αλλά η φράση μου κόπηκε καθώς άρχισα να ακούω καλύτερα τις ομιλίες.

Και τότε ήταν που άκουσα τη φωνή εκέινου του ψηλου άνδρα που έβγαζε λόγο χθές στο βάθρο στη πλατεία.

"Δεν χρειάζεται να ξέρει." είπε αυστηρά.

"Ήδη ξέρει." είπες εσύ.

Και τότε εντόπισα και τον άλλο ήχο που ακουγόταν μέσα από το ακουστικό.

Ο απόμακρος ήχος μιας ξεκούρδιστης λατέρνας.

Να παίζει έναν μονότονο μελαγχολικό σκοπό.

Σήκωσα το βλέμμα μου και τοποθέτησα το ακουστικό στη παλιά του θέση.

Τώρα πια ήξερα αυτό που λέγανε όλοι ότι ήξερα.Ήμουν σίγουρη.

Μόνο...που δεν ήξερα τι να το κάνω.

Γιατί τι να τη κάνεις τη γνώση μίας αλήθειας σ' ένα κόσμο όπου όλοι ζουν ευτυχισμένοι στο ψέμα;

Άνοιξα τη τσάντα μου και έβγαλα το άλλο γάντι μου.

Το φόρεσα.

Κοίταξα μία τελευταία φορά το αυτοκόλλητο.

"Η ώρα της αλήθειας..."είπα από μέσα μου καθώς το έσκιζα.

Φόρεσα το κόκκινο καπέλο μου και έφυγα.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

φαύλος κύκλος...


κύκλους...νοιώθω συνεχώς πως κάνω κύκλους.ατελείωτους.


κάθε φορά που τελειώνω κάτι μπαίνω στο κύκλο του επόμενου.και μόλις τελειώσω και αυτό το κύκλο μπαίνω σε άλλο.


κάθε κύκλος για'μένα σηματοδοτέι την αρχή μιας νέας κατάστασης.ενός νέου "παραμυθιού".και είναι λίγο πολύ στο χέρι μου αν θα τον "στήσω" καλύτερα από τον προηγούμενο.


χαράζω με τον διαβήτη λοιπόν ένα τέλειο κύκλο και εγώ ισορροπώ πάνω του.ποτέ δεν πέφτω.ξέρω πως σημασία έχει να κάνω τον κύκλο.να γίνω ο κύκλος.


στον κύκλο μου μαθάινω τους γύρω μου.τους ανθρώπους που με περιβάλλουν.μαθαίνω τον εαυτό μου και κυρίως μαθαίνω να τον ανέχομαι.μαθαίνω να ξεχωρίζω την ουτοπία από τη πεζή πραγματικότητα.μαθαίνω να επιλέγω αυτό που βλέπω και όχι αυτό που μου λένε ότι βλέπω.μαθαίνω να ακούω και όχι να ακούγομαι.μαθαίνω να επιλέγω το ερωτικό και όχι το ερωτεύσιμο.μαθαίνω αυτό...όχι το άλλο.


η αρχή του κύκλου μου λοιπόν είναι η αρχή μιας νέας καταστασής στη ζωή μου.είναι μία μικρή "πρόβα" της μετενσάρκωσης, μετεμψύχωσης ή όπως αλλιώς το λένε.έτσι το βλέπω εγώ.παρόλο που κουβαλάω μαζί μου όλες τις αναμνήσεις από τον προηγούμενό μου κύκλο μπορώ να ξεκινήσω τον καινούργιο μου ως ένα τελείως διαφορετικό άτομο.με διαφορετικά πιστεύω, συνήθειες, αντιλήψεις, αξίες...αρκέι να μην χάνω κομμάτια μου.να μην ξεχνάω ποιός είμαι.να μην αφήνω μικρές ιδέες του εαυτού μου σε κάθε κύκλο που περνάω.γιατί έτσι...θα φτάσω στο τέλος σ'έναν καλοσχεδιασμένο κύκλο και εγώ δεν θα'μαι παρά το ημικύκλιό του...


και δεν αξίζει να κάνεις το ημικύκλιο συνέχεια ενώ ξέρεις ότι μπορείς να γίνεις κύκλος.