Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

εδώ σε θέλω.



ΡΕ ΓΑ-ΜΩ-ΤΟ!

Αυτό. Μόνο αυτό σκέφτομαι.
Γυρνάω που λες η καλή σου. Δύο ώρες μπροστά μου.
Κάθομαι αναπαυτικά. Το έχω προγραμματίσει όλο. Μη φοβάσαι.

Θα χαζέψω έξω από το παράθυρο.
Θα διαβάσω λίγο.
Μόλις ζαλιστώ (που θα ζαλιστώ το ξέρεις), θα ξαναχαζέψω έξω από το παράθυρο.
Θα επεξεργαστώ τα κουμπάκια στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου.
Θα γράψω ό,τι δεν θέλω να ξεχάσω σ' ένα πολύχρωμο σημειωματάριο.
Θα ακούσω την μουσική και θα σιγομουρμουρίσω όπου ξέρω τους στίχους.
Θα χαζέψω και πάλι κ.ο.κ...
Έτοιμη.
Πάμε.

Ξεκινάω με το να βολευτώ και να αρχίσω να παρατηρώ το τοπίο έξω.
Δέντρα, κάμποι, βουνά, σύννεφα...

Το είχες σχεδιάσει έτσι;
Πέρασαν δύο ώρες.
Και το μόνο που κατάφερα είναι να κοιτάω έξω και να σκέφτομαι.
Εσένα; Εσύ ξέρεις.
Είχα όμως τόσα πολλά σχέδια...
"Κάποια πράγματα δεν τα προγραμματίζεις." μπορώ σχεδόν να σε ακούω να λες.
Αυτό ξαναπές το.



Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

μην ακούς. στα' λεγα εγώ.

εκεί που λες όλα καλά ε;
νιώθω ό,τι νιώθεις, νιώθεις ό,τι νιώθω.
εκεί σε χτυπάει.
"χάλια φάση" θα έλεγε ο από πάνω.
εγώ το λέω αστείο ίσως.
αλλά αυτό το πράγμα. αυτή η φωνή.

"στα' λεγα εγώ..." μου είπα.

μου τα έλεγα δεν αντιλέγω.
τώρα πιά. άλλοι δρόμοι. άλλη εγώ άλλος εσύ.
θα φορέσω τα διαφορετικά μου γάντια και θα σε αφήσω να χαζογελάς.

αυτό.

αν ήμουν έτσι θα έλεγα "do as you wish.".
δεν είμαι. θα γελάσω απλά. θα το πω αστείο.

ok? δεν σε πειράζει υποθέτω.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Κάπου εκεί.



Το σκέφτηκα!
Πέρασαν πολλά χρόνια, το ξέρω ...
Συγγνώμη ...
Αλλά να! Το βρήκα!
Θυμάσαι; Κάπου εκεί ...
Ανάμεσα στα συντριβανάκια σοκολάτας και τις πορτοκαλόπιτες.
Μου είχες πεί.
" Τι θα ήθελες να είσαι; "
Θυμάσαι τι είπα;
" Θα σου πω αύριο ... "
Δεν είχαμε όμως αύριο ε;
Ούτε καν τώρα ...
Δεν πειράζει όμως! Γιατί το βρήκα.
Θα ήθελα να είμαι εκείνο το μπλε κουμπί από την αγαπημένη σου ζακέτα.
Εκείνο στο αριστερό μανίκι.
Αυτό θα ήθελα να είμαι.
Εκεί.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

ΜΗ.


Ξέρεις... έρχονται αυτές οι καταραμένες στιγμές.
Αυτές που ξεμένεις από ψέματα.
Και το μόνο που τριβελίζει το μυαλό σου είναι η αλήθεια.
Αλλά όσο είναι εκεί, φυλαγμένη, μπορείς να παραστήσεις πως δεν υπάρχει.
Ο,τι θες την κάνεις.
Την κάνεις και ψέμα αν θες. Την αναιρείς.
Μέχρι να κάνεις και πάλι τον κύκλο σου και να επιστρέψεις εκεί απ' όπου ξεκίνησες.
Στο χάος που άφησε πίσω η άρνησή σου.
Μουδιάζεις.
Γύρω σου μιλάνε, σε ρωτάνε τι σκέφτεσαι, τι πιστεύεις.
Το μυαλό σου ουρλιάζει.
Οι κραυγές δεν σ'αφήνουν να σκεφτείς.
Δεν μιλάς.
Ξέρεις πως αν μιλήσεις, θα πείς την αλήθεια.
Και φοβάσαι.
Φοβάσαι πως τα ουρλιαχτά θα εξαπλωθούν και έξω από την ασφάλεια του μυαλού σου.
Όσο είναι κι αυτό ακόμα ασφαλές.
" Μια χαρά είμαι. "
" Όλα καλά. "
" Τέλεια. "
... και η αλήθεια θαμμένη.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

παραμύθι.

καθόταν μόνη στην προβλήτα του μικρού λιμανιού.
τα πόδια της απείχαν ελάχιστα εκατοστά από την επιφάνεια του νερού και όποτε σηκωνόταν κάποιο κύμα έβρεχε ελαφρά τον πάτο των παπουτσιών της.
ο απόμακρος ήχος από κάποια πουλιά που πετούσαν και ο ήχος της μηχανής μίας βάρκας έδεσαν πολύ ωραία εκείνη την στιγμή.
κοίταξε γύρω της.
μπροστά της απέραντη θάλασσα... ησυχία.
σιγά σιγά άρχισε να ακούει ήχους. γύρισε αργά το κεφάλι της.
λίγα μέτρα πιο δίπλα στ' αριστερά της ήταν ένας πωλητής κοχυλιών και σφουγγαριών που διαλαλούσε το εμπόρευμά του.
είδε μια παρέα τριών ανθρώπων να περνάει και να κοντοστέκεται κοιτώντας τον πάγκο με τα σφουγγάρια υπό τον ήχο των διαβέβαιώσεων του πωλητή ως προς την ποιότητά τους.
γύρισε το βλέμμα της πιο πέρα και αντίκρυσε τα τείχη ενός κάστρου.
στεκόταν εκεί, επιβλητικό, ακλόνητο και οικείο.
κάτω από το φως του ήλιου που έδυε φαινόταν να περιμένει υπομονέτικα τους ιππότες του. ξεχασμένους εδώ και αιώνες, να καλπάσουν στα παλιά σοκάκια του.
κάθε νύχτα. τους περιμένει.
άκουσε γέλια από τα δεξιά και είδε τρία παιδιά να τρέχουν κατα μήκος της προβλήτας ακολουθώντας ένα ψάρι που έιχαν εντοπίσει.
κάθησαν σ' ένα παγκάκι πιο δίπλα.
γελούσαν. το παγωτό έλιωνε και λέρωνε τα χέρια τους μα δεν τα ένοιαζε.
λέγανε ιστορίες, για την θάλασσα που ξέρουν η οποία όσο και αν προχωράς δεν βαθαίνει ποτέ, για τον μυστηριώδη κήπο που βρίσκεται στην πίσω αυλή τους, για τον μάγο που κρύβεται στον πυρήνα της γης και πως αν σκάψεις στην αμμουδιά της θάλασσάς ΤΟΥΣ μπορεί να δείς την μύτη του καπέλου του να εξέχει, για το αγαπημένο τους ρυζόγαλο με τα αρχικά τους πάνω γραμμένα με κανέλα, για το γεμάτο μυστήριο μαγικό δάσος κοντά στο σπίτι τους με τα λιοντάρια, τα παγώνια και τα ελάφια, για το καλαμπόκι του παππού τους με βούτυρο και αλάτι, για το παγωτό με τα δύο χωνάκια και για τα δύχτια του θείου τους.
τα κοιτούσε ώρα. μέχρι που φύγανε με τους γονείς τους για κάποια περιπέτεια που περιμένανε να ζήσουν. κάποιο παραμύθι.
τους έβλεπε να απομακρύνονται. έφευγαν... και έπαιρναν μαζί τους το παραμύθι της. τα χρόνια. την οικογένεια. τα δώρα. τα παιχνίδια. τα καλοκαίρια.
κι έμεινε πάλι εκεί.
μόνη.
με τα δυνατά φώτα τώρα που φώτιζαν το κάστρο να διαχέουν ένα απαλό φως παντού.
είχαν απομείνει πια ελάχιστες αχτίδες ήλιου στον ορίζοντα.
σηκώθηκε αργά.
σκούπισε στο παντελόνι της τα χέρια της που κολλούσαν από το παγωτό σοκολάτα και προχώρησε προς το ξεχασμένο παραμύθι της.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

παιχνίδι.

"Τι εννοείς δεν είσαι παιχνίδι;" της είπε με ύφος απορημένου παιδιού.
Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στο γαλάζιο της θάλασσας που έγλυφε τις άκρες των δαχτύλων της.
"Πώς κατέληξα εδώ πέρα...;" σκέφτηκε, χωρίς όμως να το εκφράσει.
"Το ξέρω πως από εδώ ξεκίνησα. Αλλά τώρα που κατέληξα και πάλι εδώ όλα είναι διαφορετικά. Η θάλασσα δεν έχει το ίδιο χρώμα. Η άμμος είναι τραχιά και βρώμικη. Ο ήλιος με καίει και τα δέντρα είναι τελείως γυμνά χωρίς να προσφέρουν το καταφύγιο που προσέφεραν πριν. Ούτε εκείνοι είναι εδώ. Κανένας τους."
Ήταν μόνη της. Μ' εκείνον να την κοιτάει ακόμα με το απορημένο βλέμμα του.
Γύρισε και τον κοίταξε. Δεν απάντησε.
Γιατί είναι οι άνθρωποι...; Άφησε για μερικά δευτερόλεπτα την φράση αυτή να πλανηθεί στο μυαλό της.
Μετά γύρισε ξανά την ματιά της στο τοπίο. Κοίταξε τα βράχια και προσπάθησε να δεί πέρα από την θάλασσα αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν λες και ομίχλη είχε κατακαθήσει στην επιφάνειά της και την εμπόδιζε να δεί τι ερχόταν. Τα βράχια φαίνονταν απόκρημνα με κοφτερές γωνίες, φαγωμένα από την αλμύρα και τον χρόνο. Ανατρίχιασε όταν σκέφτηκε ότι περπατούσε πάνω τους κάποτε. Σαν να είχαν περάσει χρόνια. Το τοπίο ήταν σχεδόν αγνώριστο.
Εκτός από μερικές μικρές ανεπαίσθητες πινελιές που την βεβαίωναν πως ήταν το ίδιο.
Η κόκκινη βάρκα. Ήταν ακόμα εκεί. Μόνο που δεν υπήρχε κανένα δροσερό αεράκι να την λικνίσει. Και τα απομεινάρια μίας νυχτερινής φωτιάς κάποιας παρέας, ήταν κι αυτά εκεί.
Κι εκείνος.
"Οι άνθρωποι..." ξεκίνησε εκείνη να λέει.
Τον ξανακοίταξε. Το βλέμμα του ήταν ήρεμο. Χωρίς έγνοιες. Μπορούσες να το πείς σχεδόν απόκοσμα ξέγνοιαστο.
"Γιατί να μην είναι και το δικό μου έτσι...; Γιατί σκέφτομαι...; Τι σκέφτομαι...;" απόρησε σιωπηλά.
Ένιωσε μόνη. Δεν ήξερε τι να πεί. Όντως παίζεις; Αυτό πρέπει να κάνεις; Γιατί δεν το κάνει κι εκείνη;
Απελπίστηκε στην ιδέα αυτή. Ότι μπορεί εκείνος να είχε δίκιο. Ήθελε να φωνάξει. Να του εξηγήσει ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα.
Αλλά δεν ήξερε τι να πεί. Γιατί να φωνάξει.
Κι αν εκείνος είχε δίκιο;
Κι αν όντως έτσι είναι;
Κι αν... οι σκέψεις της σταμάτησαν.
Με την άκρη του ματιού της έπιασε μία ανεπαίσθητη κίνηση. Γύρισε απότομα προς το μέρος της θάλασσας.
Στην αρχή δεν μπόρεσε να προσδιορίσει πού ακριβώς είχε αντιληφθεί την κίνηση αυτή μέχρι που το ξαναείδε.
Ένα ελαφρό αεράκι κούνησε την κόκκινη βάρκα που ήταν αγκυροβολημένη λίγο πιο δίπλα της.
Το κούνημά της, τάραξε τα ήρεμα νερά και έστειλε ελαφρά κυμματάκια μέχρι τα πόδια της.
Σταμάτησε. Κοίταζε την βάρκα με ελπίδα. Με μία απίστευτη προσμονή. Αγωνιούσε τόσο που ένιωθε πως η καρδιά της ήταν έτοιμη να πεταχτεί έξω από το στήθος της.
Και μετά το ξανάκανε.
Μετά από μία στιγμή, που της φάνηκε ατελείωτη, η βάρκα ξαναλικνίστηκε με ένα απαλό αεράκι που, αυτή τη φορά, κατάφερε να φτάσει και μέχρι το πρόσωπό της και να το ανακουφίσει από τις καυτές ακτίνες του ήλιου.
Και τότε δάκρυσε. Μετά από τόσο καιρό.
Σηκώθηκε πάνω, γύρισε και τον κοίταξε.
"Οι άνθρωποι..." συνέχισε "φεύγουν. Πάντα θα φεύγουν."
Βημάτισε γρήγορα προς την βάρκα και μπήκε μέσα.
Δεν ήξερε που να πάει. Αλλά ήξερε πως έφευγε.
Κι ένιωσε τόσο μα τόσο ανακουφισμένη. Και κουρασμένη.
Έριξε μία τελευταία ματιά στην στεριά, που ήταν πλέον άδεια, και ξάπλωσε στον πάτο της βάρκας.
Το δροσερό αεράκι την συνόδευε σιγοτραγουδώντας στο αφτί της.
Έκλεισε τα μάτια της.
Θα μάθαινε πλέον όταν τ' άνοιγε τι της είχε τραγουδήσει.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

το δευτερόλεπτο μιας ζωής...


Περπατούσε.
Ο διακριτικός ήχος των σανδαλιών της στο πλακόστρωτο ίσα που ακουγόταν.
Έστριψε και βγήκε σ'ενα γεμάτο από κόσμο δρόμο.
Καφετέριες, εστιατόρια, μπαράκια απλώνονταν κατά μήκος του.
Είδε ένα μπαρ με ξύλινα τραπεζάκια και κόκκινα σκαμπό. Κάτι της θύμισε. Πολύ αόριστα.
Κάθησε και παρήγγειλε το ποτό της.
Άναψε ένα τσιγάρο και σήκωσε το βλέμμα της στον ουρανό.
Ξαστεριά. Ούτε ένα σύννεφο. Χαμογέλασε.
Ο σερβιτόρος της έφερε το ποτό. Το ακούμπησε στο τραπέζι και της χαμογέλασε πριν φύγει.
Το βλέμμα της πλανήθηκε στους ανθρώπους γύρω της.
Παρέες που γελούσαν, ζευγάρια αγκαλιά και κάποιοι σκεφτικοί χάζευαν και εκείνοι γύρω τους.
Άκουσε δυνατά γέλια και το βλέμμα της έπεσε στο ακριβώς απέναντι τραπέζι.
Μία παρέα έξι ατόμων γελούσε.
Αλλά ένα γέλιο ήταν ξεχωριστό. Έγειρε λίγο και τον κοίταξε.
Εκείνος πιθανότατα εντόπισε την κίνησή της και κοίταξε προς το μέρος της.
Σταμάτησε να γελά.
Κοιτάχτηκαν.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κινήθηκε κανείς τους.
Και τότε εκείνος είπε κάτι.
Το διάβασε στα χείλη του.
"Σε ξέρω." της είπε, χωρίς να ακουστεί.
Τον ήξερε. Ναί. Όμως από την άλλη ήταν σίγουρη. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε.
Και τότε το' νιωσε. Το άγγιγμα του.
Στον ώμο της, στα μαλλιά της, στα μάγουλά της.
Ένιωσε τα χείλη του. Το δάκρυ του. Την ζεστασιά των χεριών του. Το τράνταγμα του κορμιού του όταν γελούσε.
Την ζεστή αναπνοή του όταν ψιθύριζε στο αφτί της.
Την μυρωδιά της ανάσας του όταν κοιμόταν δίπλα της.
Συνειδητοποίησε ότι είχε κλείσει τα μάτια της.
Τα άνοιξε. Εκείνος καθόταν ακόμα στο απέναντι τραπέζι.
Την κοίταξε και της χαμογέλασε.
Είδε την χαρτοπετσέτα δίπλα στο ποτό της.
"Υπάρχουν τόσα για να ζήσεις. Τόσα ακόμα." έγραφε.
Δάκρυσε. Όταν σήκωσε το βλέμμα της εκείνος έλειπε. Και ήξερε.
Ήξερε πως θα τον ξαναέβλεπε.
Χαμογέλασε μόνη και συνέχισε να πίνει το ποτό της.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

δεδομένα...;


" Ώρες ώρες απορώ πραγματικά με το πόσο απρόσμενη είναι η ζωή του καθενός μας." .
Τα λόγια σου ήχησαν ψιθυριστά στο κεφάλι μου και ξύπνησα ξαφνιασμένη.
Κοίταξα γύρω το σκοτεινό μου δωμάτιο.
Σε λίγο, που τα μάτια μου συνήθισαν στο λιγοστό φως που έμπαινε από τις γρύλιες, μπόρεσα να διακρίνω καλύτερα τον χώρο.
Ίδιος.
Τίποτα διαφορετικό.
Παρόλαυτα... ένιωθα ότι κάτι είχε αλλάξει.
Προχώρησα στο δωμάτιο επεξεργάζοντας κάθε σημείο του.
Κοίταξα το κομοδίνο. Πάνω είχε ένα βιβλίο. Δεν το αναγνώρισα. Ήταν οικείο αλλά ταυτόχρονα άγνωστο σ' εμένα.
Βγήκα στον διάδρομο έξω απ' το δωμάτιο.
Κοίταξα το σκοτεινό γραφείο και προχώρησα προς το σαλόνι.
Η φλόγα ενός αναμμένου κεριού πάνω στο τραπέζι τρεμόπαιζε δημιουργώντας περίεργες σκιές στους τοίχους γύρω.
Το κερί είχε δώσει στον χώρο μία γλυκιά ανακουφιστική μυρωδιά κανέλας και μήλου.
Πρόσεξα ότι ένα απαλό αεράκι προσπαθούσε διακριτικά να την σβήσει.
Αναζήτησα την πηγή του.
Η κουρτίνα ανασηκώθηκε ελεφρά αποκαλύπτωντας τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα από πίσω.
Πήγα προς τα εκεί.
Την άνοιξα λίγο παραπάνω και βγήκα στο μπαλκόνι.
Η νύχτα ήταν δροσερή. Που και που φύσαγε ένα πιο κρύο αεράκι και μ' έπιανε απροετοίμαστη καθώς ανατρίχιαζα.

Πήρες ήσυχα μία τζούρα απ' το τσιγάρο σου.
Σε κοίταξα.
Τότε ακριβώς κατάλαβα τι άλλαξε.
Με κοίταξες και χαμογέλασες.
" Δεν έχω δίκιο; Δεν είναι πολύ απρόσμενη ώρες ώρες; Δεν ξέρεις πως ν' αντιδράσεις." είπες.
Μου έπιασες απαλά το χέρι.
" Ναι... όντως δεν ξέρω." είπα σιγανά.
Χαμογέλασες.
" Δεν πειράζει. Γι' αυτό ακριβώς είναι απρόσμενη." είπες τραβώντας με στην αγκαλιά σου.
Κλείστηκα εκεί.
Για όσο μπορούσα.
Θα κλειστώ.
Για όσο μπορώ.
Μέχρι να φοβηθώ πως θα με αφήσεις.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

μου το είπες οτι θα'ρχόταν...


Ένιωθα τόσο κουρασμένη.

Με δυσκολία άνοιξα σιγά σιγά τα μάτια μου και άφησα το φως του πρωινού ήλιου να με τυφλώσει.

Έβλεπα θολά και έκανα αρκετή ώρα να εστιάσω στις γαλάζιες κουρτίνες της μπαλκονόπορτας που κινούνταν ελαφρά από ένα ζεστό καλοκαιρινό αεράκι.

"Καλοκαίρι;" σκέφτηκα.

Τα μάτια μου άρχισαν να συνέρχονται και γύρισα το βλέμμα μου στον υπόλοιπο χώρο.

Ήταν ένα γαλάζιο υπνοδωμάτιο. Και οι τέσσερις τοίχοι ήταν γαλάζιοι.

Στον τοίχο απέναντί μου ήταν ζωγραφισμένος πάνω δεξιά ένας ήλιος και δύο γλάροι. Στο ταβάνι υπήρχε ένα στρογγυλό, άσπρο φωτιστικό από το οποίο κρέμονταν σχοινάκια με κοχύλια και αστερίες που λικνίζονταν κι αυτά στο απαλό αεράκι που έμπαινε που και που. Υπήρχε ένα μπλε κομοδίνο, μ'ενα πράσινο φωτιστικό πάνω του, ακριβώς δίπλα στο κρεβάτι.

Ανασηκώθηκα.

Κατέβασα τα πόδια μου απ' το κρεβάτι και ακούμπησαν το ζεστό ξύλινο πάτωμα. Σηκώθηκα αργά και πήγα προς το παράθυρο. Μία απαλή μυρωδιά από γαζία ξάφνιασε τη μύτη μου. Κοντοστάθηκα έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά αναπνοή.

Έκανα στην άκρη την γαλάζια κουρτίνα και βγήκα έξω.

Ο ήλιος ήταν ψηλά και το ευγενικό άγγιγμα του στα γυμνά μου χέρια, λαιμό και πρόσωπο ήταν παρήγορα γλυκό.

"Καλοκαίρι...;" αναρωτήθηκα ξανά.

Τα μάτια μου στράφηκαν στον ορίζοντα.

Ένα γαλάζιο απέραντο λιβάδι απλωνόταν μπροστά μου.

Η μυρωδιά της θάλασσας και της γαζίας μ'εκανε να νιώσω ανυπόμονη για κάποιο λόγο που δεν ήξερα.

Ύστερα κοίταξα κάτω.

Μία αυλή κάλυπτε τον μεγάλο χώρο από κάτω.

Ένα άσπρο πεζούλι την οριοθετούσε και ύστερα από αυτό έβλεπες απόκρυμνα βράχια μέχρι το σημείο όπου άρχιζε η θάλασσα.

Μία μεγάλη αυλή, με τρείς λεμονιές, γαζίες, γεράνια, χρυσάνθεμα, γιασεμιά, ιβίσκους και ντροπαλά νυχτολούλουδα που δεν είχαν ανοίξει ακόμα, απλωνόταν στα πόδια μου.

Και τότε σε είδα να κάθεσαι στην άκρη του πεζουλιού, να κοιτάς την θάλασσα κρατώντας αυτή τη κρύα σπιτική λεμονάδα που τόσο μ' αρέσει.

Κατέβηκα τρέχοντας τη σκάλα, που συνέδεε το μπαλκόνι με τον κήπο, αποφέυγοντας όσο μπορούσα τα κλαδιά της μίας λεμονιάς που είχε ακουμπήσει νωχελικά η μισή στη σκάλα του σπιτιού.

Ήρθα και κάθησα δίπλα σου.

Με κοίταξες και χαμογέλασες.

"Στο' πα ότι θα' ρθει φέτος το καλοκαίρι." μου είπες, ξεμπλέκοντας ένα άνθος λεμονιάς από τα μαλλιά μου.

Έσκυψες και με φίλησες απαλά.

Μία αλμυρή γεύση έμεινε στα χείλια μου.

"Ναι... καλοκαίρι..." σιγοψιθύρισα πίνοντας μία γουλιά από την λεμονάδα σου.

Και καθήσαμε εκεί μέχρι που κρύφτηκε ο ήλιος. Και την θέση του πήρε μία μεγάλη πανσέληνος. Καθήσαμε εκεί μέχρι να ανοίξουν τα νυχτολούλουδα. Μέχρι να σβήσουν όλα τα φώτα.

Και μου είπες θα έρθει ξανά. Κι αυτή τη φορά το πίστεψα.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

όσα δεν είπες...


"Λες να βρέξει απόψε;" με ρώτησες απαλά.
Ήξερες πως δεν θα απαντούσα.
Την σιωπή μου σκέπασε μία μακρινή βροντή.
"Μάλλον..." είπες περισσότερο ζωηρά απ' όσο θα' πρεπε.
"Θέλεις καφέ;" ρώτησες ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα.
Σήκωσα το βλέμμα μου αργά προς το μέρος σου.
Εσύ απαλά γύρισες το κεφάλι σου προς το παράθυρο αποφεύγοντας περίτεχνα τη ματιά μου.
Κοίταξα πάλι κάτω.
"Δεν πειράζει. Ούτε κι εγώ θέλω." είπες με τα μάτια καρφωμένα έξω.
Δεν περίμενες να σου πω κάτι. Ήξερες πως ό,τι είχα να πω το είπα. Ήξερες πως είχα μιλήσει αρκετά. Ήξερες πως περίμενα από εσένα να μιλήσεις. Σε κοίταξα.
Σηκώθηκες ήρεμα και πήρες τα καρέλια σου από το τραπέζι. Ξανακάθησες απαλά στη καρέκλα και έβγαλες τον αναπτήρα σου από τη τσέπη του τζιν σου.
Έβαλες ένα τσιγάρο στα χείλη σου και το άναψες.
Ύστερα άφησες τον καπνό να γλυστρίσει αργά μέσα από το στόμα σου.
Ο ήλιος είχε δύσει εδώ και ώρα και το λιγοστό φως της λάμπας του δρόμου έξω που έμπαινε, σε έκανε να μοιάζεις σχεδόν άϋλος.
Νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή θα χανόσουν.
Με τρομοκράτησε αυτή η σκέψη χωρίς να είμαι σίγουρη το γιατί.
Προσπάθησα να διώξω αυτό το συναίσθημα και να πείσω τον εαυτό μου να σταματήσει να σε κοιτάει.
Κι εκείνη τη στιγμή σήκωσες τα μάτια σου πάνω μου.
Με κοίταξες.
Χωρίς να με αποφύγεις.
Χωρίς να σε αποφύγω.
Και ένιωσα σίγουρη. Για μια στιγμή.
Ένιωσα σίγουρη.
Άνοιξες ελαφρά το στόμα σου.
Φάνηκε σαν να ήθελες να πείς κάτι αλλά για κάποιο λόγο μετάνιωσες αμέσως.
Πήρες μία ρουφηξιά και φύσηξες το καπνό.
Ξαφνικά φαινόσουν σκεφτικός. Κουρασμένος.
Ήθελα να σου μιλήσω.
Να σε αγκαλιάσω.
Αλλά ήξερα, όπως κι εσύ, πως αυτό δεν μπορούσα να το κάνω.
Έσβησες το τσιγάρο σου.
Στιγμιαία κοίταξες κάτω και μετά έστρεψες τα μάτια σου σ' εμένα.
"Ξέρεις." μου είπες.
Σε κοίταξα.
Εσύ κοίταξες πάλι έξω από το παράθυρο.
Οι πρώτες στάλες της βροχής που άρχιζε έπεφταν στο περβάζι του παραθύρου γεμίζοντας αμυδρά τη σιωπή μας.
Έκλεισα τα μάτια μου για λίγο και τις άκουσα.
Σιγά σιγά ο ήχος γινόταν πιο δυνατός και πιο πολύπλοκος.
Παρόλαυτα, μπορούσα να ξεχωρίσω τον ήχο κάθε σταγόνας.
Όσο σύνθετο κι αν ήταν, κάθε σταγόνα ήταν μοναδική.
Δεν ταυτιζόταν με τις υπόλοιπες.
Και τότε άνοιξα απότομα τα μάτια μου.
Με κοίταζες.
"Όχι. Δεν ξέρω." σου είπα απαλά με την ελπίδα πως δεν θα καταλάβαινες τον απογοητευμένο τόνο της φωνής μου.
Σηκώθηκα αργά.
Συνέχισες να με κοιτάζεις. Παρακολουθούσες σιωπηλά την κάθε μου κίνηση.
Ήρθα δίπλα σου και έσκυψα πλάι στο πρόσωπό σου.
"Δεν ξέρω αν θέλω να μάθω." σου ψιθύρισα.
Έπιασες απαλά το χέρι μου και με κοίταξες.
Απέφυγα να σε κοιτάξω.
Σηκώθηκα όρθια.
Άνοιξα τη πόρτα και βγήκα έξω.
Στη βροχή.
Ένιωσα ευγνωμοσύνη.
Είναι όμορφη η βροχή...
Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι κλαίς.